WELCOME

Καλωσορίσατε σε αυτό εδώ τον ιστότοπο “Book blog info” Ο χώρος αυτός δημιουργήθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως βοηθητικό εργαλείο προβολής των προϊόντων του εκδοτικού οίκου ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ κάποτε. Καθ' οδόν προστέθηκαν και μερικά λουλουδάκια για διακόσμηση - τα οποία ήρθαν και με βρήκαν - στην κάθετη στήλη. Διάφορα ποιηματάκια ξεπήδησαν από τα βιβλία της βιβλιοθήκης μου και προέκυψε έτσι το «1 ΠΟίΗΜΑ 1 ΛΟΥΛΟύΔΙ» Από το 2011 και μετά το blog αυτό θα ταξιδεύει σε νέους βιβλιότοπους και σας καλεί να τον παρακολουθείτε πού και πού... Χρήστος Ρουμελιώτης. e-mail : novus.sales@gmail.com

Ευχαριστώ για την επίσκεψή σας. Καλά κοιταγματάκια…

Νυχτολόγιο Γιαν Φάμπρ

Νυχτολόγιο
Αρλ, 14 Ιουλίου 1978
Πονάει όλο μου το σώμα
από την αϋπνία.
Στέκω πάνω από ένα απόκρημνο βάραθρο.

Αρλ, 15 Ιουλίου 1978
Δίνω δωρεάν μικρά έργα τέχνης: κάρτες με το όνομά μου με μικρά
προκλητικά κείμενα ή σχέδια (που κάνω με μπλε Bic).
Δεν είναι ο θάνατος του εμποράκου.
Είναι ο θάνατος του καλλιτέχνη.

Δύο βιβλία του Γιάννη Ρίτσου, Θέατρο Γιάννη Ρίτσου, Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα, Πέρα από τον ίσκιο των κυπαρισσιών


"Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα"
"Πέρα από τον ίσκιο των κυπαρισσιών"
Δυό βιβλία αγκαλιασμένα..
από το Γιάννη Νίτσο εκδομένα..
του Γιάννη Ρίτσου θεατρικά αγαπημένα..
σε ένα δρόμο όχι πεταμένα..
ποιος ξέρει από πιο θεό σταλμένα..
ΧΡ.
Χ.Ρ 25/9/2016
.. Περιέχουν πολύ ωραίους στίχους του Ρίτσου ..

Μητέρα, από τα ποιήματα της συλλογής "Χρεόγραφο" του Σωτήρη Π.Βαρνάβα, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2013

ΜΗΤΕΡΑ
Αμίλητη η μητέρα καθόταν στην αυλή
πλέκοντας τη ζωή της παπαρούνες
στάχυα και τριαντάφυλλα
μα πιο πολύ ζωγράφιζε με τις κλωστές
αδύνατα πουλιά με ανοιχτές φτερούγες
και πάνω τους ο ήλιος με τις αχτίνες του
τα χαιρετούσε,
χαμόγελο φωλιάς είτε του ύπνου ανάσα
δε φάνηκε στη ζωγραφιά της
εξόν στις ανθοδέσμες του θανάτου της.
Ήχοι μ’ ακολουθούν απ’ το δοξάρι του αργαλειού
μέσα στη νύχτα
και στα λευκά σεντόνια που ύφαινε
διαβάζω διαδρομές
ονόματα σταθμών στην ούγια τους τα γεγονότα.
Σωτήρης Π. Βαρνάβας,
Από το βιβλίο:
Χρεόγραφο
Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013

Anne Ruth Rodopoulos Australia: history of Greece will never die..!

 A Poem by Anne

A child of tender age and sensitive in ways unusual to most,
why can they not understand,
don't they know she can understand their language?
mouth and muscles are not enough formed.
Knows her mother is too busy in mundane tasks to really see this,
plus war with Japan , and three other children.
Poor mother fatigued past her limit.
tiny pale skinned golden haired baby knows the impossibility of using their language.
Frustrating to know every word and gesture and mouth of the baby is unresponsive
Decision made to wail loudly ,as any sound that is loud will seek attention .
Mother, no response,
Church bells sound the baby knows instinctively from watching,
that mother has gone to pray in the church.
Sleep soothes.
A heavy load of books.

Αεράκι κάτω από την Ακρόπολη Γιάννης Βαρβέρης

ΑΕΡΑΚΙ ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς
Γιατί καθώς μες την κρεπάλη ενός ξενοδοχείου
τα σώματα συμφυρονταν
νωθρά επειγόμενα να παρατείνουν
αναβολές μιας λύτρωσης μοιραίας

κάτι ανεμίσματα κουρτίνας
στο βλέμα φανέρωσαν φευγαλέα λωρίδα
Παρθενώνος
θραύοντας τον αργό συντονισμό
φουσκώνοντας τρελή βιασύνη
για συνοπτικές διδικασίες

να βγώ στο δρόμο
να γυρίσω σπίτι μου
να μαζευτώ
να δω τι κάνω
Γιάννης Βαρβέρης

Γιάννης Βαρβέρης Πολυκατάστημα "ἡ Ελπίς"

ΠΟΛΥΚΑΤΑΣΤΗΜΑ Η ΕΛΠΙΣ

Ὑπέροχο πολυκατάστημα
μὲ ὅλα τὰ φῶτα, τὰ στασίδια, τὶς ἀνέσεις
μὲ πωλητὲς ἁπλοὺς καὶ μὲ τιτλούχους
ὑπέροχο πολυκατάστημα
γιὰ πλούσιους καὶ φτωχούς
γιὰ ἐνδιαφερόμενους
κι ἐνδιαφερόμενους τῆς τελευταίας στιγμῆς
μὲ τοὺς ὀρόφους του
ἕναν γιὰ κάθε πίστη
πάντα κλειστὸ στὴν ἔξοδο
μὲ ὀρθάνοιχτες τὶς πόρτες του
ἀφειδῶς διαθέτει
ἀπόλυτης ὑπεραξίας ἐμπόρευμα
κόστους μηδενικοῦ

ἐνῶ ἐγώ
τί ἀγοραστὴ νὰ περιμένω ἐγώ
ποὺ ἀπέναντι πουλάω
τὶς εἰκονίτσες μου λευκές
δωρεὰν πανάκριβες
μέσα στὸ κρύο;
Γιάννης Βαρβέρης

Σύγγχρονοι πρόσφυγες στην ποίηση αποσπάσματα Αναγνωστάκη, Ιησού, Σαχτούρη, Βάρναλη

«Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε
Ἀλλότριο πλῆθος ἕρπει τώρα στὶς λεωφόρους
 Ἀλλάξαν καὶ τῶν προαστίων οἱ ὀνομασίες
 Ὑψώνονται ἄσυλα στὰ γήπεδα καὶ στὶς πλατεῖες. 
Ποιὸς περιμένει τὴν ἐπιστροφή σου; Ἐδῶ οἱ ἐπίγονοι
Λιθοβολοῦν τοὺς ξένους, θύουν σ᾿ ὁμοιώματα,
Εἶσαι ἕνας ἄγνωστος μὲς στὸ ἄγνωστο ἐκκλησίασμα Κι ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ἀφορίζουνε τοὺς ξένους
Ρίχνουνε στοὺς ἀλλόγλωσσους κατάρες.»
(Μανόλης Αναγνωστάκης, Ἡ Συνέχεια, «Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε».)

«Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν,
πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.» 
(Ματθ. ιθ' 16-26):

«Αὐτὸς κοιτοῦσε βαθιὰ
 βαθιὰ μεσ᾿ στὸ πηγάδι τὸ βάθος του
 δὲν τελείωνε σὲ τούτη τὴ ζωὴ 
οἱ σάρκες ξεκολλούσανε κι ἔπεφταν μία-μία
 σε λίγο δὲ θὰ τοῦ ἔμενε παρὰ ὁ σκελετὸς
 Τὸ πῆρα ἀπόφαση - ἔλεγε - τὸ πῆρα πιὰ ἀπόφαση 
θὰ ζήσω μέσα στοὺς πνιγμένους καὶ μέσα στοὺς λεπρούς» 
(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα 1945-1971, «Ὁ Ἅγιος».)

«Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν
 το φως να το σηκώσουν
 δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή
 απ' την αλήθεια της σιωπής
 χίλιες φορές να γεννηθείς
 τόσες θα σε σταυρώσουν» 
(Κώστας Βάρναλης, Σκλάβοι Πολιορκημένοι, «Οι πόνοι της Παναγιάς»)

Η Ποίηση, παγκόσμια ημέρα ποίησης, ευβοέας ποιητής Βασίλης Κούλης, μικροί πρόσφυγες


 Η Ποίηση

Η ποίηση είναι μια αστραπή
κρυμμένη στο πληγωμένο τους αίμα.
Η ποίηση είναι
αυτό που είδαν τα παιδικά τους μάτια.
Η ποίηση είναι
τα ίδια τους τα μάτια,
αν τους αφαιρέσουμε τη σκόνη,
αν τους αφαιρέσουμε την οδύνη,
και την άβουλη γυαλάδα της μηχανής
Τα μάτια τους
πλυμένα από ανοιξιάτικη βροχή
ανοιγμένα σε όνειρα λουλουδιών..
Βασίλη ΚούληΕυβοέα Ποιητή
1928 

Τόμας Μπέρχαρντ, «Μανία καταδιώξεως» «Έξι Ευρωπαίοι ποιητές» σε μετάφραση Αλέξανδρου Ίσαρη, από τις εκδόσεις Gutenberg

Ο Τόμας Μπέρχαρντ στη διαθήκη του απαγόρευσε οποιαδήποτε χρήση του έργου του από το αυστριακό κράτος. Στην Ελλάδα δεν είναι γνωστός ως ποιητής, αξίζει (και με το παραπάνω) όμως να διαβάσουμε το ποίημά του με τίτλο «Μανία καταδιώξεως» (περιλαμβάνεται στη μικρή ανθολογία με τίτλο «Έξι Ευρωπαίοι ποιητές» σε μετάφραση Αλέξανδρου Ίσαρη, από τις εκδόσεις Gutenberg):

«Όταν πείνασα ξαφνικά
στο Χάινμπουργκ, πήγα σ' ένα εστιατόριο
ερχόμενος από την Κρακοβία
και παράγγειλα
χοιρινό με κνέτελ
και μια μικρή μπίρα.
Στο ταξίδι μου στη Σλοβακία
άδειασε πάλι το στομάχι μου.
Κουβέντιασα με τον πανδοχέα,
μου είπε πως θα έπρεπε να σκοτώσουν
όλους τους Πολωνοεβραίους
χωρίς εξαίρεση καμία.
Ήτανε ναζί.»

Ανατριχιάζεις με την επιβεβαίωση ότι η ποίηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η τέχνη της ακρίβειας. Τίποτα δεν περισσεύει και το κακό είναι εδώ. Είναι εδώ περιμένοντας την ευκαιρία του. Συνεχίζοντας το ταξίδι του στη φρίκη ο Τόμας Μπέρχαρντ, πηγαίνει στη Βιέννη, όπου συναντά έναν καλλιτέχνη που αποδεικνύεται ναζί. Από κει στο Λιντς, όπου αντιλαμβάνεται πως ο σεφ στο καφέ Ντραξελμάγερ είναι κι αυτός ναζί, ώσπου στο Ζάλτσμπουργκ συναντάει τον καθηγητή του των θρησκευτικών, ο οποίος του λέει πως ό,τι έγραψε:

«είναι σκατά
και πως τη σήμερον ημέραν
μπορεί κανείς να δημοσιεύσει
τα μεγαλύτερα σκατά,
σε μια εποχή, είπε, που είναι
έτσι κι αλλιώς σκατένια,
στο Τρίτο Ράιχ, είπε, δεν θα μπορούσα
και πρόσθεσε πως ήμουνα γουρούνι
και ύπουλο σκυλί (...)». 
Φυσικά ο δούλος του Κυρίου ήταν κι αυτός ναζί.


Και καταλήγει στο ποίημά του «Μανία καταδιώξεως» ο Τόμας Μπέρχαρντ:

«Χθες έλαβα μια κάρτα από το Ίνσμπουργκ
με τη χρυσή στέγη,
όπου κάποιος είχε γράψει
χωρίς να λέει γιατί:
Όσοι είναι σαν εσένα πρέπει
να πεθαίνουν σε θαλάμους αερίων!
Περίμενε και θα δεις!
Διάβασα την κάρτα ξανά και ξανά
ώσπου άρχισα να φοβάμαι».

When the Nazis came for the communists,
I remained silent;
I was not a communist.
When they locked up the social democrats,
I remained silent;
I was not a social democrat.
When they came for the trade unionists,
I did not speak out;
I was not a trade unionist.
When they came for the Jews,
I remained silent;
I wasn’t a Jew.
When they came for me,
there was no one left to speak out.
 

Το φάντασμα της όπερας του Ηλία Φούκη

COSMOPOEMS
SHAKESPEARE BEFORE THE PERFORMANCE Poem by ILIAS FOUKIS

Fans of my Poetry and Poetry in general. Happy Year of Shakespeare. I wrote this poem in 1999. Now we publish the solemn anniversary of the genius of humanity. The case is to take your ratings and comments for this poem. I look forward to...

SHAKESPEARE BEFORE THE PERFORMANCE

Tomorrow night there’ll be a performance
and in the morning
I’d like to drop in on rehearsals.

Since night is no time to get involved
with the fanfares of glory
I’ll slip out for a while into the world of the Defeated.

Their God died sometime ago.

Only their Fate continues to be vital
and thus isolated as they are...so very far from the Earth
they are drowning in the sorrow that they have no right at all
to see that their past which the chroniclers
were in such a hurry to embody in memories
has now returned so acrimonious and venomous
and being mounted with such spectacular and terrible expertise
so its case may be pleaded
in the Theatre of the World.

That is also why I came down here
to confront with them
the new approaching state of History
which if I were to compare it to a frenzied river
the Monarchs are those who without the slightest
doubt have harrowed to the point of collapse
this schizophrenic tragedy.

The Monarchs know this all too well
and indeed one of them who is still alive
with his spectres secreted beneath his white uniform
will play his part in the performance
which is in conformity with all artistic contingencies
and will topple so many idols
even demolish the Astronomical view of the Universe.

You were right to bring Heaven back
to the World’s stage...
because it had become utterly revolting and gross...

Moreover Heaven had distanced itself
from my heart as well...
and indeed because of this distancing
it seems to me it is I who have made the mistake.

The moment I found myself caught up in the resolve
of the Defeated
to once more appear on the solid ground of History
I should have suggested that the director of the performance
incorporate into the work a scene
which dealt with the Ethos and Breeding transmitted
by the patrons and boot-lickers of the Palace.

Because by the time the Sovereign is able to feel
once more King
the Defeated will have slipped out of my control
and on one of the unsullied areas of the Planet
Hell acting along with Paradise will wage
within a single hour a life and death war
so that just a few moments before the sun rises
the procedure
for the conquest of the Throne
will have come to an end.

The Victor will make it understood
to those there
that it is not mere chance
that he is the one assuming the Throne
at precisely the moment
when the Sun is coming into the World.

Whatever happens
his authority though it sink at evening
will be returned again by nature at dawn.

After this intrepid rationalization
regarding the things of the World
thousands of proposals will be made to me
for press interviews
literary appearances
and other such contemporary trivialities...

But I would not want to look at
the Sun of this foul authority
and in full flood of mourning
I would pull back into the dark
in order to foreseethe coming tragedies of this world

My Soynio a poem by Anne Rodopoulos

My Sounion

Sounion you are my heaven,
of glorious sea, sapphires cannot complete,
they stay hidden deep in ancient soil,
ashamed for tiny photon to display their,
depth of hue, not easily seen but sought
to adorn the human form.
Human language, so inadequate to try to
say how I feel, when I look and breathe the
vivid colors and perfumes of the gently textured sea.

A rich, depth royal blue surrounds me,
the sun has generously scattered a billion shining diamonds,
that beckon me to gaze unending at this holy light.

My cold marble columns stand heroically,
Poseidon resonates in everlasting Rhythm,
I tolerate the noise of people and flashes from cameras.
For thousands of years I have tried to stay,
although, I endure the toll of seasons.
Ancient people you have chosen heaven for me
to have as my abode.

The tiny perfumed flowers are not forgotten
as they display their dainty and fragile blossoms
at my feet, a carpet of softest pink and white.

I smell a patch  of chamomile trodden
by thoughtless feet. Stoically bending again to
tempt the bees for honey.

Athena your fragile feminine temple long gone.
I miss the melodies you sang as the morning air
begins to stir, your gently voice can still be heard
and the sea birds try in vain to memorize your sweet refrain.
Anna Ruth Margaret Rodopoulos
27/2/2016
Athens

Anne at Marathon, Sacred Bones

Bones and plains of Marathon..

 sons of Greece..

Bones of Marathon,
I stand alone and dread to  look,
instead of gold, your bones,
Now covered in dry red dust lay in a
corner, swept together in an insignificant
posture, that once held your magnificence.

The sea speaks with salted tears,
flowing in the constant unrelenting rhythm
of eternal loss.

Σωτήρης Π. Βαρνάβας, νέα ποιήματα, η θημωνιά, ο χάρτης της πατρίδας μου, του αλόγου τα μάτια, πλάστιγκα, το μελανοδοχείο, Μίλτος Σαχτούρης, η ραπτομηχανή, οι διάλογοι με τον Χρόνη Μπότσογλου, ξεχασμένες εικόνες, Σωκράτης Λ. Σκαρτσής, η τέχνη των τεχνών

ΣΩΤΗΡΗΣ Π. ΒΑΡΝΑΒΑΣ

Ο Σωτήρης Π. Βαρνάβας γεννήθηκε στη Μηλιά Αμμοχώστου και φοίτησε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας. Σπούδασε στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών Φυσιογνωστικές Επιστήμες και Γεωλογία. Εκπόνησε διδακτορική διατριβή στο Imperial College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και υπηρέτησε ως καθηγητής στο Τμήμα Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Είναι μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Συμποσίου Ποίησης που πραγματοποιείται στο Πανεπιστήμιο Πατρών και μέλος της οργανωτικής επιτροπής Σεμιναρίων Ποίησης του Πανεπιστημίου. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Ψήγματα Απείρου (2006), Ηχογράμματα (2008), Χρεόγραφο (2013) και Γράμματα Εμπράγματα (2015) από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Είναι συνεπιμελητής της Ανθολογίας Κυπρίων Ποιητών (2008), εκδόσεις Ταξιδευτής.

Η ΘΗΜΩΝΙΑ


Στοίβαζε η μάνα μ’ ένα διχάλι τα δεμάτια
κι εγώ μες στην καρδιά μου τις ματιές της
σαν μου ’γνεφε να της τα δίνω
κι άλλο βλέμμα
κι άλλο δεμάτι
κι όλο δουλεύαμε
κι όλο αισθήσεις κινούσανε το κάρο
κανένα κενό δε χώριζε τα δώδεκά μου χρόνια
απ’ τα δικά της.
Κι ήταν η θημωνιά μας τελειωμένη
αλώβητα να μείνουνε τα στάχυα
φυλάγανε το ένα τ’ άλλο με το στήθος.
Μα ένα φίδι ξαφνικά
έφερε τα πάνω κάτω
γυρίζανε στον αέρα οι τροχοί
Ανάποδα το διχάλι τα δεμάτια κι οι ματιές της
το καλοκαίρι εκείνο.
Ένα απέραντο κενό.
Ψηλαφητά ψάχνω ακόμα μες στο χωράφι
κι έρχεται τις νύχτες
και μου γνέφει για τ’ άλλο δεμάτι.

Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ


Μαχαίρι της πατρίδας μου ο χάρτης.
Τι αχρείες εκδόσεις
σταγόνες αίμα τα μήκη χωριών
βογκητά οικισμοί
πλάνη τα τείχη των πόλεων
χαοτικά τυπωμένα
αποκρύπτουν τα πυκνόφυτα χώματα
προφοράς κανένα υπόμνημα
κάθε χρόνο ουδεμία προσθήκη
ή έστω εκ των υστέρων
ένας πίνακας παροραμάτων.

ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ ΤΑ ΜΑΤΙΑ


Σωριάστηκε στο στάβλο κάτω
κι είχε τα μάτια του ανοιχτά,
όπως σαν κάλπαζε μες στο χωράφι
και το χλιμίντρισμά του έσκαβε τον ορίζοντα,
ν’ ανοίξει αδύνατο η πόρτα
θυμάμαι την έσπασε ο πατέρας
λωρίδες έγινε η καρδιά μας
μιλούσε μόνο εκείνο
δεμένοι εμείς με τα λουριά του
άροτρο σέρναμε τη σιωπή μας.

ΠΛΑΣΤΙΓΓΑ


Πίσω από τα πιθάρια στο κατώι
μια πλάστιγγα από κείνες που ζυγίζανε
οι προγόνοι τις προθέσεις
σωτήρια αποδείχθηκε
με τ’ ακριβή σταθμά που διαθέτει
ζωντανούς ζυγίζω τους θανάτους μου.

ΤΟ ΜΕΛΑΝΟΔΟΧΕΙΟ


Στο καφενείο
έρχεται ο χοντρός νονός μου
με τις λίρες.
Ούτε μία δεν είναι για σένα, λέει
γιατί δεν έγινες ο βαφτιστικός μου
που περίμενα.
Τότε λέω κι εγώ στο γκαρσόνι, πλάι μου
– Φέρε μου ένα φλιτζάνι με μελάνι.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


Ένα δοχείο τόσο δα
βλέπεις απέξω μελανί
και τίποτε άλλο
πιο μέσα βλέπουνε μονάχα οι ποιητές
φλέβες που το γεμίζουνε
φόβοι να το βαθαίνουν
δαιμόνοι τ’ αναδεύουνε
πάντα ψηλά η στάθμη
χωράει μέσα νταβατζήδες, «Αγαρηνούς»
χοντρούς νονούς
και τους αδειάζουνε.

Η ΡΑΠΤΟΜΗΧΑΝΗ


μνήμη της αδελφής μου Ρουπίνας
Κάτω απ’ τον ίσκιο της κληματαριάς
η ραπτομηχανή
γυρίζανε τα δάκτυλα τη ρόδα του απογεύματος
γαζώνοντας τις ώρες μας
με τις κλωστές των παιδικών μας χρόνων.
Αντλούσαμε νερό απ’ το πηγάδι της αυλής
φύλλα πανέρια απλώναμε μουριάς
να κινηθούν απάνω τους οι λέξεις.
Κι ενόσω ταξίδευε ο μεταξοσκώληκας τη μοίρα του
κι άπλωνε γύρω εκείνη τη μελωδό στιγμή
τύλιγα πλάι της σ’ ένα τετράδιο
όσο μετάξι απέμεινε πριν απ’ τη δύση.

Δ ΙΑΛΟΓΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΗ ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ


Μειλίχια καθώς μιλούσε
κι οι λέξεις του ζωγράφιζαν λάμψη του πρωινού
κάτι απ’ το φως του ουρανού,
φτερούγιζαν οι άγγελοι πάνω απ’ την κεφαλή του
το λογισμό και τ’ όνειρο.
Ρίγος οι πινελιές
τοπίο τέλειο το ατελιέ,
πιο κει ο Van Gogh
το βήμα του απαλό
όλο να πλησιάζει,
ποθούσε υποθέτω
όπως κι εγώ
να έχουν τη χάρη οι στιγμές
να διαρκέσουνε τα χρώματα
να παραμείνει
ξέχειλο και το ποτάμι του ήλιου.
Κι ενόσω κρατούσε η ανάδυση
και του βουνού οι χαράδρες
πέρασμα ανοίγαν φοβερό
κάτω και πίσω απ’ τα πράγματα,
ψιθύρους ήθελα ν’ ακούσω της ψυχής του
κι άκουσα ολάκερη φωνή
αίμα να πάλλεται
κάτι από φλέβας κίνηση
πολύ μου στοίχισε η αποχώρηση.
Να μιλώ με τη γη
μαθαίνω απ’ την τέχνη του τη γλώσσα των βράχων.

ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ


...λαμπερες ρυτιδες ιριδες νερου ανεμου
φως θέας
ετσι αφηνονται τα πραγματα
χωμα και πνευμα....

ΣΩΚΡΑΤΗΣ Λ. ΣΚΑΡΤΣΗΣ


Ι
Σαν κοιτάζω μια παλιά ραπτομηχανή
στο κατώι ξεχασμένη
γυρεύω τα δάκτυλα του κοριτσιού
τις κλωστές την υφή του καιρού
που γαζώνουν στην ούγια το χρόνο.

ΙΙ

Μια μηχανή σκουριασμένη συρμού
σαν συναντώ σε μέρη ορυχείου
ακούω τρόμου φωνές τα φουρνέλα
γεύομαι στον ουρανίσκο τη σκόνη
αδειάζουν μπροστά μου
καλάθια μοναξιάς
άνθρωποι της γης μαυρισμένοι.

ΙΙΙ

Σαν κοιτάζω γερμένο σκαρί
να κάθεται άπραγο στην προκυμαία
μυρίζω μπογιά το σανίδι παίρνει ξανά
το χρώμα της θάλασσας
ρόζοι στα χέρια του ναύτη
ανασύρουνε κάβο βαρύ
βλέπω κόμπο να δένουν στο στήθος
το σινιάλο της μάνας με δάκρυ.

ΙV

Σαν κοιτάζω το κανόνι στο κάστρο
μυρίζω αίμα στη χλαίνη
το γένι κρύβει το πρόσωπο
κύμα τ’ ανέμου η αρετή πίσω με πάει
τόλμη κάπου κοντά
περιφρονεί το θάνατο.

Η ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ


Ο σιδεράς θέλει φωτιά
να φτιάξει πέταλα
τέχνη φοβερή
μια λίμα ο πεταλωτής
και δυο καρφιά
πόνο απ’ το πόδι να αφαιρέσει
μαδέρια ο μαραγκός
πετσί κι ένα σφυρί ο τσαγκάρης
και μάτι ακριβείας
να βγαίνουνε στα μέτρα σου οι μπότες.
Κι αν έχεις σύνεργα του σιδερά
και τη φωτιά
τις λίμες του πεταλωτή
και γιατρικά
του μαραγκού και κτίστη αλφάδι
και χέρια για όλες τις τέχνες
κι αγέλες άλογα
να πεταλώσεις
κι έπιπλα ωραία και μαγαζιά να αρματώσεις
αν ως απόδημος διαβιοίς
μην επαφίεσαι σ’ αυτά
μάθε οπωσδήποτε την τέχνη
του ν’ αντέχεις
συκοφαντίες διασυρμούς και τα λοιπά.

Σωτήρης Π. Βαρνάβας

Βραβείο ποίησης πήρε η Γιώτα η καλυμνιά ! Συγχρτήρια

«Τα φάσματα», της Γιώτας Κορφιάτη

"Αυτά τα ποιήματά μου πώς με γδύσανε έτσι σιγά-σιγά
Ούτε που πρόλαβα να καταλάβω,
Πώς άφησα κληρονομιά σε ένα αστέρι τις γυμνές φωτογραφίες μου
Φωτογραφίες με εμένα να σπρώχνω τους τοίχους και να γδέρνω τη φλούδα μου
Τα ποιήματά μου χιλιάδες μάτια τα διαβάσαν
Άλλα τα προσπέρασαν και άλλα τα αγγίξανε σε ένα μοιραίο ατύχημα
Και ηλεκτριστήκανε, νιώσανε το ουρλιαχτό μου και έτρεξαν να σωθούν.
Για δες καμιά φορά πώς λιώνουνε τα πλαστικά τους μάτια, μπροστά
στην αλήθεια μου.
Τα ποιήματά μου δεν είναι τίποτα άλλο από ένα μαχαίρι
που καθαρίζει εδώ και χρόνια την Ψυχή μου
και πού και πού ζαλίζεται, με κόβει και τρέχει αίμα τόσο ζεστό, θα είναι
που πάντα μέσα μου κόχλαζε ένας πόνος."
"Παλμός της Καλύμνου"
http://palmostiskalymnou.blogspot.gr/2015/03/1.html

το μουστάκι της φρίντα κάλο ENA ΠOIHMA ΤΟΥ ASHRAF FAYADH Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χουλιάρας (από την μετάφραση στα αγγλικά της ποιήτριας από το Κουβέιτ Μόνα Καρίμ)

το μουστάκι της φρίντα κάλο

 ENA ΠOIHMA ΤΟΥ ASHRAF FAYADH
Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χουλιάρας
(από την μετάφραση στα αγγλικά της ποιήτριας από το Κουβέιτ Μόνα Καρίμ)

Θα αγνοήσω τη μυρουδιά της λάσπης και την ανάγκη να μαλλώσω τη βροχή και το κάψιμο που από καιρό κάθεται στο στήθος μου.
Ψάχνω για παρηγοριά κατάλληλη για την κατάστασή μου, που δεν μου επιτρέπει να ερμηνεύσω τα χείλη σου με όποιον τρόπο επιθυμώ
Ή να διώξω τις σταγόνες της ομίχλης από τα κόκκινα πέταλά σου
Ή να μειώσω την τρομερή εμμονή που με πιάνει όταν καταλαβαίνω πως δεν είσαι δίπλα μου αυτή τη στιγμή
Και δεν θα είσαι ... Όταν αναγκάζομαι να δικαιολογήσω τη θέση μου στην τιμωρό σιωπή της νύχτας.
Κινήσου λες και η γη είναι σιωπηλή, όπως τη βλέπουμε από απόσταση και όλα που έχουν συμβεί μεταξύ μας δεν ήταν παρά ένα κακό αστείο που παρατράβηξε.

* * *

Τι νομίζεις για τις ημέρες που πέρασα χωρίς εσένα;
Για τις λέξεις που εξατμίστηκαν τόσο γρήγορα από τον βαρύ πόνο μου;
Για τους κόμπους που κάθησαν στο στήθος μου σαν στεγνά φύκια;
Ξέχασα να σου πω ότι συνήθισα την απουσία σου (μιλώντας τεχνικά)
Και πως οι ευχές χάνουν τον δρόμο τους προς τις επιθυμίες σου
Και η μνήμη μου συνεχίζει να διαβρώνεται.
Πως εξακολουθώ να κυνηγώ το φως, όχι για να δω, αλλά γιατί φοβίζει το σκοτάδι ... ακόμη και όταν το συνηθίζουμε.
Αρκούν οι απολογίες μου; Για όλα όσα συνέβησαν ενώ προσπαθούσα να βρω
καλές δικαιολογίες.

* * *

Για την κάθε φορά που η ζήλεια εξεγέρθηκε στο στήθος μου,
Για την κάθε φορά που η απελπισία κατέστρεψε μια καινούργια από τις σκοτεινές μου ημέρες,
Για την κάθε φορά που είπα η Δικαιοσύνη θα πάθει κράμπες περιόδου και η Αγάπη ήταν ένας πτωχός τω πνεύματι άντρας στο φθινόπωρο της ηλικίας του με στυτική δυσλειτουργία.

* * *

Θα πρέπει να παραμερίσω τη μνήμη μου
Και να υποστηρίξω πως κοιμάμαι καλά.
Οφείλω να κάνω κομμάτια τις ερωτήσεις που έρχονται
Ψάχνοντας για μια αιτιολογία, ζητώντας πειστικές απαντήσεις.
Οι ερωτήσεις που, για εντελώς προσωπικούς λόγους, ήρθαν μετά από την
Πτώση της συνηθισμένης στίξης.

* * *

Ας εξηγήσει ο καθρέφτης πόσο όμορφη είσαι.
Αφαίρεσε τον σκονισμένο σωρό λέξεων, ανάπνευσε βαθιά.
Θυμήσου πόσο σε αγαπούσα και πώς όλα μεταμορφώθηκαν σε ένα ηλεκτρικό
σοκ που θα προκαλούσε τεράστια φωτιά ... σε μια άδεια αποθήκη.

- - - - - - - - - - - - - - - - - -

EKTEΛΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
Την Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016, ώρα 20:00, στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, Ακαδημίας 32, η Εταιρεία Συγγραφέων και ο Κύκλος Ποιητών σάς προσκαλούν στην εκδήλωση κατά της καταδίκης σε θάνατο του παλαιστίνιου ποιητή ΑΣΡΑΦ ΦΑΓΙΑΝΤ.
Συμμετέχουν / διαβάζουν:
Στάθης Γουργουρής, ποιητής & καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Columbia
Σάρα Θηλυκού, ποιήτρια & μεταφράστρια
Πέρσα Κουμούτση, συγγραφέας & μεταφράστρια
Γιώργος Χουλιάρας, ποιητής
Συγγραφείς - μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων & του Κύκλου Ποιητών
Την ίδια ημέρα πραγματοποιούνται σε όλο τον κόσμο περισσότερες από εκατό αντίστοιχες εκδηλώσεις

Περισσότερα στο site της Εταιρείας Συγγραφέων
 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

ΧΡΟΝΟΣ 33 (1.2016)

Πρωτοχρονιάτικο όνειρο

Πρωτοχρονιάτικο όνειροΠρωτοχρονιάτικο όνειρο / Photo Copyright - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΥΓΗΣ / ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ ΚΕΦΑΛΟΥ /
Βάδιζε γρήγορα προς την Ομόνοια, προσέχοντας στις διαβάσεις τα αυτοκίνητα που έστριβαν απότομα. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, με το πρώτο μεγάλο κρύο.
Και τότε την είδε!
Περπατούσε στο απέναντι πεζοδρόμιο, παράλληλα με εκείνον. Τον είχε προσέξει; Αν ναι, γιατί δεν γύριζε να τον κοιτάξει;
Ξαφνικά άρχισαν όλα να αλλάζουν: τα καυσαέρια ευωδίαζαν, τα αυτοκίνητα έγιναν δέντρα, τα σκουπίδια λουλούδια, η άσφαλτος της Πατησίων χώμα βρεμένο από τη βροχή και το πεζοδρόμιο χώμα στεγνό (πώς γίνεται αυτό, απόρησε, σαν να ήταν όλα τα άλλα φυσιολογικά). Τα μουντά κτήρια πήραν χρώμα, οι σκυθρωποί διαβάτες έγιναν χαρούμενοι. Δεν έβριζαν, τραγουδούσαν! Οι φανοστάτες μεταβλήθηκαν σε σοκολατομηχανές και από τις γραμμές του τρόλεϊ έσταζαν ζεστά κρουασανάκια.
Τον πλησίασε εκείνη! Τα παπούτσια της είχαν λερωθεί, αφού πέρασε από το βρεγμένο χώμα, και εκείνος έσκυψε να τα καθαρίσει. «Άσ' τα τώρα» του είπε. Ήταν η πρώτη φορά που του μίλησε! Η φωνή της αντήχησε μελωδική!
Διστακτικά, με την καρδιά του να πάει να σπάσει, της έπιασε το χέρι. Ας μην το τραβήξει, ευχήθηκε μέσα του, μα τόσο έντονα, που φοβήθηκε πως θα τον άκουγαν όλοι. Η Μελίτα όχι μόνο δεν τράβηξε το χέρι της, μα έσφιξε το δικό του.
Ο ορισμός της ευτυχίας!
Όσο προχωρούσαν, η μέρα άρχιζε να ζεσταίνει. Έβγαλαν τα μπουφάν και τα κρέμασαν στα κλαδιά μιας πορτοκαλιάς.
Τους ακολουθούσε μια γάτα φορτωμένη με ένα μίξερ. Δεν έδειχνε να τους προσέχει, βιαζόταν να παραδώσει.
Λίγο μετά το κτήριο του ΟΤΕ, που είχε γίνει Πύργος του Κάμελοτ, το ελαφρύ αεράκι τούς έφερνε τη μυρωδιά της θάλασσας. Σιγά - σιγά άρχισαν να ακούν και τον ήχο του κύματος.
Ναι! Από την Ομόνοια και πέρα απλωνόταν ένα απέραντο πέλαγος! Τα γύρω πεζοδρόμια είχαν μετατραπεί σε ακρογιάλια και τα περίπτερα σε καντίνες με παγωτά. Είχε κιόλας καλοκαιριάσει. Ο παγωτατζής μοίραζε την πραμάτεια του χωρίς λεφτά, του έφτανε ένα χαμόγελο, μια καλημέρα.
Έβγαλαν τα ρούχα τους και βούτηξαν στη θάλασσα. Το βλέμμα της γάτας είχε κάτι από τρόμο και απόγνωση.
Κολυμπούσαν γρήγορα, στα βαθιά. Ήθελαν να μείνουν μόνοι. Άρχισαν να παίζουν. Το τρόλεϊ είχε γίνει δελφίνι και πέρασε από δίπλα τους αθόρυβα. Με πρωτόγνωρη λαχτάρα και αγωνία πλησίασε τη Μελίτα. Θα της έδινε και θα του έδινε το πρώτο φιλί!
Το κορνάρισμα ήταν έντονο, ο κρότος ισχυρός και οι φωνές φανέρωναν οργή. Θα συγκρούστηκαν πλοία, σκέφτηκε, και οι καπεταναίοι πάτησαν τις σειρήνες και άρχισαν τις ναυτικές βρισιές. Πετάχτηκε όρθιος και έτρεξε στο παράθυρο. Οι οδηγοί των δύο αυτοκινήτων, που μόλις είχαν τρακάρει, πιάστηκαν στα χέρια και αντάλλασσαν απειλές.
Όνειρο ήταν...
Γύρισε βιαστικά στο κρεβάτι, σκεπάστηκε με τις κουβέρτες και έκλεισε τα μάτια. Του κάκου. Ούτε ο ύπνος τον έπαιρνε, ούτε το όνειρο ξαναγύριζε...
Απόσπασμα από παραμύθι που μου έστειλε ο 16χρονος Γιάννης - αφιερωμένο σε όσα παιδιά ονειρεύονται και ερωτεύονται!

kosmaskefalos@gmail.com