WELCOME

Καλωσορίσατε σε αυτό εδώ τον ιστότοπο “Book blog info” Ο χώρος αυτός δημιουργήθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως βοηθητικό εργαλείο προβολής των προϊόντων του εκδοτικού οίκου ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ κάποτε. Καθ' οδόν προστέθηκαν και μερικά λουλουδάκια για διακόσμηση - τα οποία ήρθαν και με βρήκαν - στην κάθετη στήλη. Διάφορα ποιηματάκια ξεπήδησαν από τα βιβλία της βιβλιοθήκης μου και προέκυψε έτσι το «1 ΠΟίΗΜΑ 1 ΛΟΥΛΟύΔΙ» Από το 2011 και μετά το blog αυτό θα ταξιδεύει σε νέους βιβλιότοπους και σας καλεί να τον παρακολουθείτε πού και πού... Χρήστος Ρουμελιώτης. e-mail : novus.sales@gmail.com

Ευχαριστώ για την επίσκεψή σας. Καλά κοιταγματάκια…

Martinique poem

Je suis né dans une île amoureuse du vent
Où l'air à des odeurs de sucre et de vanille
Et que berce au soleil du tropique mouvant
Les flots tièdes et bleus de la ... Martinique
Sous les brises au chant des arbres familiers
J'ai vu les horizons où planent les frégates

Δικαιοσύνη, βρόντηξε και λάμψε, Προκοπή! Παλαμάς

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μας
ποτίζουμε τη γης, για να γεννά
καρπούς, λουλούδια, τ’ αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας.
Φτωχή αλουλούδιαστη, άκαρπη μονάχα η αργατιά.
Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ίδρωτά μας
ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί.
Πιο δυνατά κι απ’ τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας,
και μ’ όλο τ’ αλυσόδεμα, σκάφτουν και η γης πλουτεί.
Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, Εργάτη,
νόμοι στο τρών’ αδικητές χωρίς ντροπή!
Αγκαλιαστείτε, αδέλφια, ορθοί!
Με μια καρδιά, μια γνώμη.
-Δικαιοσύνη, βρόντηξε και λάμψε, Προκοπή!

Κωστής Παλαμάς

* Ο μεγάλος μας ποιητής το έγραψε το 1913 ως Ύμνο του Εργατικού Κέντρου Αθήνας, το οποίο ιδρύθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1910. Ο Ύμνος μελοποιήθηκε από τον Μανόλη Καλομοίρη

Αντανακλάσεις, Σωτήρης Π. Βαρνάβας από τη συλλογή, Ψήγματα Απείρου, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2006

Αντανακλάσεις

Αυλή του Απρίλη ο ουρανός
τροφή το σύννεφο στη γη χαρίζει
το χώμα χαίρεται χοροπηδά,
χλόη στα πόδια της ελιάς
στον ώμο της κεραμιδί
μικρό πουλί κτενίζει τα μαλλιά της
κέντημα κόκκινη ποδιά
χρυσή γιρλάντα
Γη γεμάτη τ’ ουρανού παιδιά.
Σωτήρης Π. Βαρνάβας
από τη συλλογή Ψήγματα Απείρου
εκδόσεις Γαβριηλίδης 2006

Γυναίκες της Σαρίας, της Ευαγγελίας Πανούση

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΣΑΡΙΑΣ
Γυναίκες της σαρίας
Τους παλμούς σας αφουγκράζομαι.
Σκιρτήματα καταγράφω
μιας απέλπιδος προσπάθειας
ελεύθερες να υπάρξετε.
Γυναίκες του τσαντόρ, της μπούργκα
η σκέψη αμιγής μαζί σας ταυτίζεται.
Ο πνιγμός σας, τις ανάσες μου σβήνει.
Μια τρύπα γίνομαι στενή περιοριστικά
τον κόσμο ν’ατενίζω.
Διαιωνίζομαι, σκιά στους δρόμους
μ’ αθόρυβο το βάδισμα.
Ανυποψίαστα περνώ πλάι σας
κι είναι σαν να μην υπάρχω.
Δίχως ταυτότητα γεμάτη ντροπή
σπαράζω κάτω από τη διαγραφή
που μου φόρεσαν.
Πουλί κλεισμένο σε κλουβί
αέναες κινήσεις,
επαναλαμβανόμενης εξάρτηση
για τροφή και προστασία.
Το σώμα μουδιασμένο
στην απομόνωση μιας φυλακής.
Όταν κεφάλι σηκώσω θα’ ρθουν οι νόμοι της επιβολής
με λιθοβολισμό να μ’ αφορίσουν.
Την κόρη μου θα παντρολογούν
στα δεκατέσσερά της χρόνια
διαιωνίζοντας τη στέρηση
της ελεύθερης επιλογής
που άνθρωπο με κάνει.
και δε γνωρίζω τιποτα πιο οδυνηρό
απο το τσαντόρ μέσα μου.

7/4/2017
https://www.facebook.com/eva.panousi?fref=nf

Αθηνά Ανδρουλάκη, παθολογοανατόμος, Νοσοκομείο Ελπίς, ποιήτρια, διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Αθηνών, Αρκαλοχώρι Ηράκλειο, οι μύλοι της θάλασσας

ΟΙ ΜΥΛΟΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Στην Αννα Αφεντιάδου

Με την λάθος εκτίμηση
πως θα κοστίσει λίγο

πηδά
στον όμορφο γιαλό
στέκει ανάμεσα

θα ανταγωνιστεί
τον άλλο του εαυτό
στους μύλους της θάλασσας.

Καιρό μετά

μύστης του γλυκού
και αλμυρού νερού

τινάζοντας
αλάτι από το χθες
εμμένει

για ένα τεντωμένο σκοινί 
να βαδίζει στο αύριο
να τον αντέχει όπως είναι

                         σχοινοβάτης.

---

Η λιτή ποιητική γραφή της Αθηνάς
αυτή τη φορά απευθύνεται στους απόντες..
Πρόσωπα και προσωπικότητες
με ιδιαίτερα βιώματα και αποτυπώματα
στο φως και τη "σαρκοβόρα σιωπή"
των "παγωμένων εικόνων"

όχι μόνο την συγκίνησαν αλλά και την ενέπνευσαν
να μεταφέρει με μοναδικό τρόπο
τις υποψίες της για αυτό
που συμβαίνει δηλ. με τις ευτυχίες
που με την άμπωτη αποτραβιούνται...

"Οργασμός αλήθειας", "πλανόδιες αχτίνες"
"πολύχυμοι καρποί", "πλεούμενα όνειρα"
"απόκοσμα παράλια", "τοπία με ουλές"
"μισάνοιχτες ανάσες"
"λέξεις που πονούν"

και αιχμηρά εργαλεία που γιατρεύουν
συνθέτουν ένα παζλ ζωής και θανάτου
που η Αθηνά με τα 41 διαμάντια της
αντι-παλεύει με επιτυχία.
ΧΡ 13/3/2017

Ένα τραγούδι, ανέκδοτο ποίημα του Νίκου Καβαδία, θησαυρισμένο από τον Φίλιππο Φιλίππου, συγγραφέα

Ένα τραγούδι ή Ποίημα
Έχει η ψυχή μου μυστικά 
και τα φυλάει κρυμμένα
Μέσα στ’ ανήλια βάθη της 
τα τρισκοτίδιασμένα
Τόσο βαθιά όσο η θάλασσα
δεν κρύβει το κοράλλι
Λες και φοβάται να τα ιδούν
και να τα μάθουν άλλοι.

Έχει η ψυχή μου μυστικά
και τα φυλάει κρυμμένα
Μες στου βυθού της τ’ άδυτα
όσο δειλή παρθένα,
Δεν κρύβει μες στου στήθους της
τα φλογισμένα βάθη
Κρυφή αγάπη που κανείς
δε θέλει να τη μάθη.

Για το κοράλλι να φανή
μι' αχτίνα φτάνει μόνη,
την κόρη πάλι μια ματιά
κι αυτή τα φανερώνει
Κ’ ένα τραγούδι μοναχά
δε φτάνει και για μένα 
Να δείξη ό,τι έχω στης ψυχής 
τα τρίσβαθα κρυμμένα.

Νυχτολόγιο Γιαν Φάμπρ

Νυχτολόγιο
Αρλ, 14 Ιουλίου 1978
Πονάει όλο μου το σώμα
από την αϋπνία.
Στέκω πάνω από ένα απόκρημνο βάραθρο.

Αρλ, 15 Ιουλίου 1978
Δίνω δωρεάν μικρά έργα τέχνης: κάρτες με το όνομά μου με μικρά
προκλητικά κείμενα ή σχέδια (που κάνω με μπλε Bic).
Δεν είναι ο θάνατος του εμποράκου.
Είναι ο θάνατος του καλλιτέχνη.

Δύο βιβλία του Γιάννη Ρίτσου, Θέατρο Γιάννη Ρίτσου, Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα, Πέρα από τον ίσκιο των κυπαρισσιών


"Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα"
"Πέρα από τον ίσκιο των κυπαρισσιών"
Δυό βιβλία αγκαλιασμένα..
από το Γιάννη Νίτσο εκδομένα..
του Γιάννη Ρίτσου θεατρικά αγαπημένα..
σε ένα δρόμο όχι πεταμένα..
ποιος ξέρει από πιο θεό σταλμένα..
ΧΡ.
Χ.Ρ 25/9/2016
.. Περιέχουν πολύ ωραίους στίχους του Ρίτσου ..

Μητέρα, από τα ποιήματα της συλλογής "Χρεόγραφο" του Σωτήρη Π.Βαρνάβα, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2013

ΜΗΤΕΡΑ
Αμίλητη η μητέρα καθόταν στην αυλή
πλέκοντας τη ζωή της παπαρούνες
στάχυα και τριαντάφυλλα
μα πιο πολύ ζωγράφιζε με τις κλωστές
αδύνατα πουλιά με ανοιχτές φτερούγες
και πάνω τους ο ήλιος με τις αχτίνες του
τα χαιρετούσε,
χαμόγελο φωλιάς είτε του ύπνου ανάσα
δε φάνηκε στη ζωγραφιά της
εξόν στις ανθοδέσμες του θανάτου της.
Ήχοι μ’ ακολουθούν απ’ το δοξάρι του αργαλειού
μέσα στη νύχτα
και στα λευκά σεντόνια που ύφαινε
διαβάζω διαδρομές
ονόματα σταθμών στην ούγια τους τα γεγονότα.
Σωτήρης Π. Βαρνάβας,
Από το βιβλίο:
Χρεόγραφο
Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013

Anne Ruth Rodopoulos Australia

 A Poem by Anne

A child of tender age and sensitive in ways unusual to most,
why can they not understand,
don't they know she can understand their language?
mouth and muscles are not enough formed.
Knows her mother is too busy in mundane tasks to really see this,
plus war with Japan , and three other children.
Poor mother fatigued past her limit.
tiny pale skinned golden haired baby knows the impossibility of using their language.
Frustrating to know every word and gesture and mouth of the baby is unresponsive
Decision made to wail loudly ,as any sound that is loud will seek attention .
Mother, no response,
Church bells sound the baby knows instinctively from watching,
that mother has gone to pray in the church.
Sleep soothes.
A heavy load of books.

Αεράκι κάτω από την Ακρόπολη Γιάννης Βαρβέρης

ΑΕΡΑΚΙ ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς
Γιατί καθώς μες την κρεπάλη ενός ξενοδοχείου
τα σώματα συμφυρονταν
νωθρά επειγόμενα να παρατείνουν
αναβολές μιας λύτρωσης μοιραίας

κάτι ανεμίσματα κουρτίνας
στο βλέμα φανέρωσαν φευγαλέα λωρίδα
Παρθενώνος
θραύοντας τον αργό συντονισμό
φουσκώνοντας τρελή βιασύνη
για συνοπτικές διδικασίες

να βγώ στο δρόμο
να γυρίσω σπίτι μου
να μαζευτώ
να δω τι κάνω
Γιάννης Βαρβέρης

Γιάννης Βαρβέρης Πολυκατάστημα "ἡ Ελπίς"

ΠΟΛΥΚΑΤΑΣΤΗΜΑ Η ΕΛΠΙΣ

Ὑπέροχο πολυκατάστημα
μὲ ὅλα τὰ φῶτα, τὰ στασίδια, τὶς ἀνέσεις
μὲ πωλητὲς ἁπλοὺς καὶ μὲ τιτλούχους
ὑπέροχο πολυκατάστημα
γιὰ πλούσιους καὶ φτωχούς
γιὰ ἐνδιαφερόμενους
κι ἐνδιαφερόμενους τῆς τελευταίας στιγμῆς
μὲ τοὺς ὀρόφους του
ἕναν γιὰ κάθε πίστη
πάντα κλειστὸ στὴν ἔξοδο
μὲ ὀρθάνοιχτες τὶς πόρτες του
ἀφειδῶς διαθέτει
ἀπόλυτης ὑπεραξίας ἐμπόρευμα
κόστους μηδενικοῦ

ἐνῶ ἐγώ
τί ἀγοραστὴ νὰ περιμένω ἐγώ
ποὺ ἀπέναντι πουλάω
τὶς εἰκονίτσες μου λευκές
δωρεὰν πανάκριβες
μέσα στὸ κρύο;
Γιάννης Βαρβέρης

Σύγγχρονοι πρόσφυγες στην ποίηση αποσπάσματα Αναγνωστάκη, Ιησού, Σαχτούρη, Βάρναλη

«Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε
Ἀλλότριο πλῆθος ἕρπει τώρα στὶς λεωφόρους
 Ἀλλάξαν καὶ τῶν προαστίων οἱ ὀνομασίες
 Ὑψώνονται ἄσυλα στὰ γήπεδα καὶ στὶς πλατεῖες. 
Ποιὸς περιμένει τὴν ἐπιστροφή σου; Ἐδῶ οἱ ἐπίγονοι
Λιθοβολοῦν τοὺς ξένους, θύουν σ᾿ ὁμοιώματα,
Εἶσαι ἕνας ἄγνωστος μὲς στὸ ἄγνωστο ἐκκλησίασμα Κι ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ἀφορίζουνε τοὺς ξένους
Ρίχνουνε στοὺς ἀλλόγλωσσους κατάρες.»
(Μανόλης Αναγνωστάκης, Ἡ Συνέχεια, «Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε».)

«Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν,
πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.» 
(Ματθ. ιθ' 16-26):

«Αὐτὸς κοιτοῦσε βαθιὰ
 βαθιὰ μεσ᾿ στὸ πηγάδι τὸ βάθος του
 δὲν τελείωνε σὲ τούτη τὴ ζωὴ 
οἱ σάρκες ξεκολλούσανε κι ἔπεφταν μία-μία
 σε λίγο δὲ θὰ τοῦ ἔμενε παρὰ ὁ σκελετὸς
 Τὸ πῆρα ἀπόφαση - ἔλεγε - τὸ πῆρα πιὰ ἀπόφαση 
θὰ ζήσω μέσα στοὺς πνιγμένους καὶ μέσα στοὺς λεπρούς» 
(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα 1945-1971, «Ὁ Ἅγιος».)

«Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν
 το φως να το σηκώσουν
 δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή
 απ' την αλήθεια της σιωπής
 χίλιες φορές να γεννηθείς
 τόσες θα σε σταυρώσουν» 
(Κώστας Βάρναλης, Σκλάβοι Πολιορκημένοι, «Οι πόνοι της Παναγιάς»)

Η Ποίηση, παγκόσμια ημέρα ποίησης, ευβοέας ποιητής Βασίλης Κούλης, μικροί πρόσφυγες


 Η Ποίηση

Η ποίηση είναι μια αστραπή
κρυμμένη στο πληγωμένο τους αίμα.
Η ποίηση είναι
αυτό που είδαν τα παιδικά τους μάτια.
Η ποίηση είναι
τα ίδια τους τα μάτια,
αν τους αφαιρέσουμε τη σκόνη,
αν τους αφαιρέσουμε την οδύνη,
και την άβουλη γυαλάδα της μηχανής
Τα μάτια τους
πλυμένα από ανοιξιάτικη βροχή
ανοιγμένα σε όνειρα λουλουδιών..
Βασίλη ΚούληΕυβοέα Ποιητή
1928 

Τόμας Μπέρχαρντ, «Μανία καταδιώξεως» «Έξι Ευρωπαίοι ποιητές» σε μετάφραση Αλέξανδρου Ίσαρη, από τις εκδόσεις Gutenberg

Ο Τόμας Μπέρχαρντ στη διαθήκη του απαγόρευσε οποιαδήποτε χρήση του έργου του από το αυστριακό κράτος. Στην Ελλάδα δεν είναι γνωστός ως ποιητής, αξίζει (και με το παραπάνω) όμως να διαβάσουμε το ποίημά του με τίτλο «Μανία καταδιώξεως» (περιλαμβάνεται στη μικρή ανθολογία με τίτλο «Έξι Ευρωπαίοι ποιητές» σε μετάφραση Αλέξανδρου Ίσαρη, από τις εκδόσεις Gutenberg):

«Όταν πείνασα ξαφνικά
στο Χάινμπουργκ, πήγα σ' ένα εστιατόριο
ερχόμενος από την Κρακοβία
και παράγγειλα
χοιρινό με κνέτελ
και μια μικρή μπίρα.
Στο ταξίδι μου στη Σλοβακία
άδειασε πάλι το στομάχι μου.
Κουβέντιασα με τον πανδοχέα,
μου είπε πως θα έπρεπε να σκοτώσουν
όλους τους Πολωνοεβραίους
χωρίς εξαίρεση καμία.
Ήτανε ναζί.»

Ανατριχιάζεις με την επιβεβαίωση ότι η ποίηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η τέχνη της ακρίβειας. Τίποτα δεν περισσεύει και το κακό είναι εδώ. Είναι εδώ περιμένοντας την ευκαιρία του. Συνεχίζοντας το ταξίδι του στη φρίκη ο Τόμας Μπέρχαρντ, πηγαίνει στη Βιέννη, όπου συναντά έναν καλλιτέχνη που αποδεικνύεται ναζί. Από κει στο Λιντς, όπου αντιλαμβάνεται πως ο σεφ στο καφέ Ντραξελμάγερ είναι κι αυτός ναζί, ώσπου στο Ζάλτσμπουργκ συναντάει τον καθηγητή του των θρησκευτικών, ο οποίος του λέει πως ό,τι έγραψε:

«είναι σκατά
και πως τη σήμερον ημέραν
μπορεί κανείς να δημοσιεύσει
τα μεγαλύτερα σκατά,
σε μια εποχή, είπε, που είναι
έτσι κι αλλιώς σκατένια,
στο Τρίτο Ράιχ, είπε, δεν θα μπορούσα
και πρόσθεσε πως ήμουνα γουρούνι
και ύπουλο σκυλί (...)». 
Φυσικά ο δούλος του Κυρίου ήταν κι αυτός ναζί.


Και καταλήγει στο ποίημά του «Μανία καταδιώξεως» ο Τόμας Μπέρχαρντ:

«Χθες έλαβα μια κάρτα από το Ίνσμπουργκ
με τη χρυσή στέγη,
όπου κάποιος είχε γράψει
χωρίς να λέει γιατί:
Όσοι είναι σαν εσένα πρέπει
να πεθαίνουν σε θαλάμους αερίων!
Περίμενε και θα δεις!
Διάβασα την κάρτα ξανά και ξανά
ώσπου άρχισα να φοβάμαι».

When the Nazis came for the communists,
I remained silent;
I was not a communist.
When they locked up the social democrats,
I remained silent;
I was not a social democrat.
When they came for the trade unionists,
I did not speak out;
I was not a trade unionist.
When they came for the Jews,
I remained silent;
I wasn’t a Jew.
When they came for me,
there was no one left to speak out.
 

Το φάντασμα της όπερας του Ηλία Φούκη

COSMOPOEMS
SHAKESPEARE BEFORE THE PERFORMANCE Poem by ILIAS FOUKIS

Fans of my Poetry and Poetry in general. Happy Year of Shakespeare. I wrote this poem in 1999. Now we publish the solemn anniversary of the genius of humanity. The case is to take your ratings and comments for this poem. I look forward to...

SHAKESPEARE BEFORE THE PERFORMANCE

Tomorrow night there’ll be a performance
and in the morning
I’d like to drop in on rehearsals.

Since night is no time to get involved
with the fanfares of glory
I’ll slip out for a while into the world of the Defeated.

Their God died sometime ago.

Only their Fate continues to be vital
and thus isolated as they are...so very far from the Earth
they are drowning in the sorrow that they have no right at all
to see that their past which the chroniclers
were in such a hurry to embody in memories
has now returned so acrimonious and venomous
and being mounted with such spectacular and terrible expertise
so its case may be pleaded
in the Theatre of the World.

That is also why I came down here
to confront with them
the new approaching state of History
which if I were to compare it to a frenzied river
the Monarchs are those who without the slightest
doubt have harrowed to the point of collapse
this schizophrenic tragedy.

The Monarchs know this all too well
and indeed one of them who is still alive
with his spectres secreted beneath his white uniform
will play his part in the performance
which is in conformity with all artistic contingencies
and will topple so many idols
even demolish the Astronomical view of the Universe.

You were right to bring Heaven back
to the World’s stage...
because it had become utterly revolting and gross...

Moreover Heaven had distanced itself
from my heart as well...
and indeed because of this distancing
it seems to me it is I who have made the mistake.

The moment I found myself caught up in the resolve
of the Defeated
to once more appear on the solid ground of History
I should have suggested that the director of the performance
incorporate into the work a scene
which dealt with the Ethos and Breeding transmitted
by the patrons and boot-lickers of the Palace.

Because by the time the Sovereign is able to feel
once more King
the Defeated will have slipped out of my control
and on one of the unsullied areas of the Planet
Hell acting along with Paradise will wage
within a single hour a life and death war
so that just a few moments before the sun rises
the procedure
for the conquest of the Throne
will have come to an end.

The Victor will make it understood
to those there
that it is not mere chance
that he is the one assuming the Throne
at precisely the moment
when the Sun is coming into the World.

Whatever happens
his authority though it sink at evening
will be returned again by nature at dawn.

After this intrepid rationalization
regarding the things of the World
thousands of proposals will be made to me
for press interviews
literary appearances
and other such contemporary trivialities...

But I would not want to look at
the Sun of this foul authority
and in full flood of mourning
I would pull back into the dark
in order to foreseethe coming tragedies of this world

Anne Ruth Rodopoulos Australia

My Sounion

Sounion you are my heaven,
of glorious sea, sapphires cannot complete,,
they stay hidden deep in ancient soil,
ashamed for tiny photon to display their,
depth of hue, not easily seen but sought
to adorn the human form.
Human language, so inadequate to try to
say how I feel, when I look and breathe the
vivid colors and perfumes of the gently textured sea.

A rich, depth royal blue surrounds me,
the sun has generously scattered a billion shining diamonds,
that beckon me to gaze unending at this holy light.

Anne Ruth Rodopoulos Australia

Bones and plains of Marathon..

 sons of Greece..

Bones of Marathon,
I stand alone and dread to  look,
instead of gold, your bones,
Now covered in dry red dust lay in a
corner, swept together in an insignificant
posture, that once held your magnificence.

The sea speaks with salted tears,
flowing in the constant unrelenting rhythm
of eternal loss.

Σωτήρης Π. Βαρνάβας, νέα ποιήματα, η θημωνιά, ο χάρτης της πατρίδας μου, του αλόγου τα μάτια, πλάστιγκα, το μελανοδοχείο, Μίλτος Σαχτούρης, η ραπτομηχανή, οι διάλογοι με τον Χρόνη Μπότσογλου, ξεχασμένες εικόνες, Σωκράτης Λ. Σκαρτσής, η τέχνη των τεχνών

ΣΩΤΗΡΗΣ Π. ΒΑΡΝΑΒΑΣ

Ο Σωτήρης Π. Βαρνάβας γεννήθηκε στη Μηλιά Αμμοχώστου και φοίτησε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας. Σπούδασε στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών Φυσιογνωστικές Επιστήμες και Γεωλογία. Εκπόνησε διδακτορική διατριβή στο Imperial College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και υπηρέτησε ως καθηγητής στο Τμήμα Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Είναι μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Συμποσίου Ποίησης που πραγματοποιείται στο Πανεπιστήμιο Πατρών και μέλος της οργανωτικής επιτροπής Σεμιναρίων Ποίησης του Πανεπιστημίου. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Ψήγματα Απείρου (2006), Ηχογράμματα (2008), Χρεόγραφο (2013) και Γράμματα Εμπράγματα (2015) από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Είναι συνεπιμελητής της Ανθολογίας Κυπρίων Ποιητών (2008), εκδόσεις Ταξιδευτής.

Η ΘΗΜΩΝΙΑ


Στοίβαζε η μάνα μ’ ένα διχάλι τα δεμάτια
κι εγώ μες στην καρδιά μου τις ματιές της
σαν μου ’γνεφε να της τα δίνω
κι άλλο βλέμμα
κι άλλο δεμάτι
κι όλο δουλεύαμε
κι όλο αισθήσεις κινούσανε το κάρο
κανένα κενό δε χώριζε τα δώδεκά μου χρόνια
απ’ τα δικά της.
Κι ήταν η θημωνιά μας τελειωμένη
αλώβητα να μείνουνε τα στάχυα
φυλάγανε το ένα τ’ άλλο με το στήθος.
Μα ένα φίδι ξαφνικά
έφερε τα πάνω κάτω
γυρίζανε στον αέρα οι τροχοί
Ανάποδα το διχάλι τα δεμάτια κι οι ματιές της
το καλοκαίρι εκείνο.
Ένα απέραντο κενό.
Ψηλαφητά ψάχνω ακόμα μες στο χωράφι
κι έρχεται τις νύχτες
και μου γνέφει για τ’ άλλο δεμάτι.

Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ


Μαχαίρι της πατρίδας μου ο χάρτης.
Τι αχρείες εκδόσεις
σταγόνες αίμα τα μήκη χωριών
βογκητά οικισμοί
πλάνη τα τείχη των πόλεων
χαοτικά τυπωμένα
αποκρύπτουν τα πυκνόφυτα χώματα
προφοράς κανένα υπόμνημα
κάθε χρόνο ουδεμία προσθήκη
ή έστω εκ των υστέρων
ένας πίνακας παροραμάτων.

ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ ΤΑ ΜΑΤΙΑ


Σωριάστηκε στο στάβλο κάτω
κι είχε τα μάτια του ανοιχτά,
όπως σαν κάλπαζε μες στο χωράφι
και το χλιμίντρισμά του έσκαβε τον ορίζοντα,
ν’ ανοίξει αδύνατο η πόρτα
θυμάμαι την έσπασε ο πατέρας
λωρίδες έγινε η καρδιά μας
μιλούσε μόνο εκείνο
δεμένοι εμείς με τα λουριά του
άροτρο σέρναμε τη σιωπή μας.

ΠΛΑΣΤΙΓΓΑ


Πίσω από τα πιθάρια στο κατώι
μια πλάστιγγα από κείνες που ζυγίζανε
οι προγόνοι τις προθέσεις
σωτήρια αποδείχθηκε
με τ’ ακριβή σταθμά που διαθέτει
ζωντανούς ζυγίζω τους θανάτους μου.

ΤΟ ΜΕΛΑΝΟΔΟΧΕΙΟ


Στο καφενείο
έρχεται ο χοντρός νονός μου
με τις λίρες.
Ούτε μία δεν είναι για σένα, λέει
γιατί δεν έγινες ο βαφτιστικός μου
που περίμενα.
Τότε λέω κι εγώ στο γκαρσόνι, πλάι μου
– Φέρε μου ένα φλιτζάνι με μελάνι.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


Ένα δοχείο τόσο δα
βλέπεις απέξω μελανί
και τίποτε άλλο
πιο μέσα βλέπουνε μονάχα οι ποιητές
φλέβες που το γεμίζουνε
φόβοι να το βαθαίνουν
δαιμόνοι τ’ αναδεύουνε
πάντα ψηλά η στάθμη
χωράει μέσα νταβατζήδες, «Αγαρηνούς»
χοντρούς νονούς
και τους αδειάζουνε.

Η ΡΑΠΤΟΜΗΧΑΝΗ


μνήμη της αδελφής μου Ρουπίνας
Κάτω απ’ τον ίσκιο της κληματαριάς
η ραπτομηχανή
γυρίζανε τα δάκτυλα τη ρόδα του απογεύματος
γαζώνοντας τις ώρες μας
με τις κλωστές των παιδικών μας χρόνων.
Αντλούσαμε νερό απ’ το πηγάδι της αυλής
φύλλα πανέρια απλώναμε μουριάς
να κινηθούν απάνω τους οι λέξεις.
Κι ενόσω ταξίδευε ο μεταξοσκώληκας τη μοίρα του
κι άπλωνε γύρω εκείνη τη μελωδό στιγμή
τύλιγα πλάι της σ’ ένα τετράδιο
όσο μετάξι απέμεινε πριν απ’ τη δύση.

Δ ΙΑΛΟΓΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΗ ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ


Μειλίχια καθώς μιλούσε
κι οι λέξεις του ζωγράφιζαν λάμψη του πρωινού
κάτι απ’ το φως του ουρανού,
φτερούγιζαν οι άγγελοι πάνω απ’ την κεφαλή του
το λογισμό και τ’ όνειρο.
Ρίγος οι πινελιές
τοπίο τέλειο το ατελιέ,
πιο κει ο Van Gogh
το βήμα του απαλό
όλο να πλησιάζει,
ποθούσε υποθέτω
όπως κι εγώ
να έχουν τη χάρη οι στιγμές
να διαρκέσουνε τα χρώματα
να παραμείνει
ξέχειλο και το ποτάμι του ήλιου.
Κι ενόσω κρατούσε η ανάδυση
και του βουνού οι χαράδρες
πέρασμα ανοίγαν φοβερό
κάτω και πίσω απ’ τα πράγματα,
ψιθύρους ήθελα ν’ ακούσω της ψυχής του
κι άκουσα ολάκερη φωνή
αίμα να πάλλεται
κάτι από φλέβας κίνηση
πολύ μου στοίχισε η αποχώρηση.
Να μιλώ με τη γη
μαθαίνω απ’ την τέχνη του τη γλώσσα των βράχων.

ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ


...λαμπερες ρυτιδες ιριδες νερου ανεμου
φως θέας
ετσι αφηνονται τα πραγματα
χωμα και πνευμα....

ΣΩΚΡΑΤΗΣ Λ. ΣΚΑΡΤΣΗΣ


Ι
Σαν κοιτάζω μια παλιά ραπτομηχανή
στο κατώι ξεχασμένη
γυρεύω τα δάκτυλα του κοριτσιού
τις κλωστές την υφή του καιρού
που γαζώνουν στην ούγια το χρόνο.

ΙΙ

Μια μηχανή σκουριασμένη συρμού
σαν συναντώ σε μέρη ορυχείου
ακούω τρόμου φωνές τα φουρνέλα
γεύομαι στον ουρανίσκο τη σκόνη
αδειάζουν μπροστά μου
καλάθια μοναξιάς
άνθρωποι της γης μαυρισμένοι.

ΙΙΙ

Σαν κοιτάζω γερμένο σκαρί
να κάθεται άπραγο στην προκυμαία
μυρίζω μπογιά το σανίδι παίρνει ξανά
το χρώμα της θάλασσας
ρόζοι στα χέρια του ναύτη
ανασύρουνε κάβο βαρύ
βλέπω κόμπο να δένουν στο στήθος
το σινιάλο της μάνας με δάκρυ.

ΙV

Σαν κοιτάζω το κανόνι στο κάστρο
μυρίζω αίμα στη χλαίνη
το γένι κρύβει το πρόσωπο
κύμα τ’ ανέμου η αρετή πίσω με πάει
τόλμη κάπου κοντά
περιφρονεί το θάνατο.

Η ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ


Ο σιδεράς θέλει φωτιά
να φτιάξει πέταλα
τέχνη φοβερή
μια λίμα ο πεταλωτής
και δυο καρφιά
πόνο απ’ το πόδι να αφαιρέσει
μαδέρια ο μαραγκός
πετσί κι ένα σφυρί ο τσαγκάρης
και μάτι ακριβείας
να βγαίνουνε στα μέτρα σου οι μπότες.
Κι αν έχεις σύνεργα του σιδερά
και τη φωτιά
τις λίμες του πεταλωτή
και γιατρικά
του μαραγκού και κτίστη αλφάδι
και χέρια για όλες τις τέχνες
κι αγέλες άλογα
να πεταλώσεις
κι έπιπλα ωραία και μαγαζιά να αρματώσεις
αν ως απόδημος διαβιοίς
μην επαφίεσαι σ’ αυτά
μάθε οπωσδήποτε την τέχνη
του ν’ αντέχεις
συκοφαντίες διασυρμούς και τα λοιπά.

Σωτήρης Π. Βαρνάβας

Βραβείο ποίησης πήρε η Γιώτα η καλυμνιά ! Συγχρτήρια

«Τα φάσματα», της Γιώτας Κορφιάτη

"Αυτά τα ποιήματά μου πώς με γδύσανε έτσι σιγά-σιγά
Ούτε που πρόλαβα να καταλάβω,
Πώς άφησα κληρονομιά σε ένα αστέρι τις γυμνές φωτογραφίες μου
Φωτογραφίες με εμένα να σπρώχνω τους τοίχους και να γδέρνω τη φλούδα μου
Τα ποιήματά μου χιλιάδες μάτια τα διαβάσαν
Άλλα τα προσπέρασαν και άλλα τα αγγίξανε σε ένα μοιραίο ατύχημα
Και ηλεκτριστήκανε, νιώσανε το ουρλιαχτό μου και έτρεξαν να σωθούν.
Για δες καμιά φορά πώς λιώνουνε τα πλαστικά τους μάτια, μπροστά
στην αλήθεια μου.
Τα ποιήματά μου δεν είναι τίποτα άλλο από ένα μαχαίρι
που καθαρίζει εδώ και χρόνια την Ψυχή μου
και πού και πού ζαλίζεται, με κόβει και τρέχει αίμα τόσο ζεστό, θα είναι
που πάντα μέσα μου κόχλαζε ένας πόνος."
"Παλμός της Καλύμνου"
http://palmostiskalymnou.blogspot.gr/2015/03/1.html

το μουστάκι της φρίντα κάλο ENA ΠOIHMA ΤΟΥ ASHRAF FAYADH Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χουλιάρας (από την μετάφραση στα αγγλικά της ποιήτριας από το Κουβέιτ Μόνα Καρίμ)

το μουστάκι της φρίντα κάλο

 ENA ΠOIHMA ΤΟΥ ASHRAF FAYADH
Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χουλιάρας
(από την μετάφραση στα αγγλικά της ποιήτριας από το Κουβέιτ Μόνα Καρίμ)

Θα αγνοήσω τη μυρουδιά της λάσπης και την ανάγκη να μαλλώσω τη βροχή και το κάψιμο που από καιρό κάθεται στο στήθος μου.
Ψάχνω για παρηγοριά κατάλληλη για την κατάστασή μου, που δεν μου επιτρέπει να ερμηνεύσω τα χείλη σου με όποιον τρόπο επιθυμώ
Ή να διώξω τις σταγόνες της ομίχλης από τα κόκκινα πέταλά σου
Ή να μειώσω την τρομερή εμμονή που με πιάνει όταν καταλαβαίνω πως δεν είσαι δίπλα μου αυτή τη στιγμή
Και δεν θα είσαι ... Όταν αναγκάζομαι να δικαιολογήσω τη θέση μου στην τιμωρό σιωπή της νύχτας.
Κινήσου λες και η γη είναι σιωπηλή, όπως τη βλέπουμε από απόσταση και όλα που έχουν συμβεί μεταξύ μας δεν ήταν παρά ένα κακό αστείο που παρατράβηξε.

* * *

Τι νομίζεις για τις ημέρες που πέρασα χωρίς εσένα;
Για τις λέξεις που εξατμίστηκαν τόσο γρήγορα από τον βαρύ πόνο μου;
Για τους κόμπους που κάθησαν στο στήθος μου σαν στεγνά φύκια;
Ξέχασα να σου πω ότι συνήθισα την απουσία σου (μιλώντας τεχνικά)
Και πως οι ευχές χάνουν τον δρόμο τους προς τις επιθυμίες σου
Και η μνήμη μου συνεχίζει να διαβρώνεται.
Πως εξακολουθώ να κυνηγώ το φως, όχι για να δω, αλλά γιατί φοβίζει το σκοτάδι ... ακόμη και όταν το συνηθίζουμε.
Αρκούν οι απολογίες μου; Για όλα όσα συνέβησαν ενώ προσπαθούσα να βρω
καλές δικαιολογίες.

* * *

Για την κάθε φορά που η ζήλεια εξεγέρθηκε στο στήθος μου,
Για την κάθε φορά που η απελπισία κατέστρεψε μια καινούργια από τις σκοτεινές μου ημέρες,
Για την κάθε φορά που είπα η Δικαιοσύνη θα πάθει κράμπες περιόδου και η Αγάπη ήταν ένας πτωχός τω πνεύματι άντρας στο φθινόπωρο της ηλικίας του με στυτική δυσλειτουργία.

* * *

Θα πρέπει να παραμερίσω τη μνήμη μου
Και να υποστηρίξω πως κοιμάμαι καλά.
Οφείλω να κάνω κομμάτια τις ερωτήσεις που έρχονται
Ψάχνοντας για μια αιτιολογία, ζητώντας πειστικές απαντήσεις.
Οι ερωτήσεις που, για εντελώς προσωπικούς λόγους, ήρθαν μετά από την
Πτώση της συνηθισμένης στίξης.

* * *

Ας εξηγήσει ο καθρέφτης πόσο όμορφη είσαι.
Αφαίρεσε τον σκονισμένο σωρό λέξεων, ανάπνευσε βαθιά.
Θυμήσου πόσο σε αγαπούσα και πώς όλα μεταμορφώθηκαν σε ένα ηλεκτρικό
σοκ που θα προκαλούσε τεράστια φωτιά ... σε μια άδεια αποθήκη.

- - - - - - - - - - - - - - - - - -

EKTEΛΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
Την Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016, ώρα 20:00, στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, Ακαδημίας 32, η Εταιρεία Συγγραφέων και ο Κύκλος Ποιητών σάς προσκαλούν στην εκδήλωση κατά της καταδίκης σε θάνατο του παλαιστίνιου ποιητή ΑΣΡΑΦ ΦΑΓΙΑΝΤ.
Συμμετέχουν / διαβάζουν:
Στάθης Γουργουρής, ποιητής & καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Columbia
Σάρα Θηλυκού, ποιήτρια & μεταφράστρια
Πέρσα Κουμούτση, συγγραφέας & μεταφράστρια
Γιώργος Χουλιάρας, ποιητής
Συγγραφείς - μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων & του Κύκλου Ποιητών
Την ίδια ημέρα πραγματοποιούνται σε όλο τον κόσμο περισσότερες από εκατό αντίστοιχες εκδηλώσεις

Περισσότερα στο site της Εταιρείας Συγγραφέων
 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

ΧΡΟΝΟΣ 33 (1.2016)

Πρωτοχρονιάτικο όνειρο

Πρωτοχρονιάτικο όνειροΠρωτοχρονιάτικο όνειρο / Photo Copyright - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΥΓΗΣ / ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ ΚΕΦΑΛΟΥ /
Βάδιζε γρήγορα προς την Ομόνοια, προσέχοντας στις διαβάσεις τα αυτοκίνητα που έστριβαν απότομα. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, με το πρώτο μεγάλο κρύο.
Και τότε την είδε!
Περπατούσε στο απέναντι πεζοδρόμιο, παράλληλα με εκείνον. Τον είχε προσέξει; Αν ναι, γιατί δεν γύριζε να τον κοιτάξει;
Ξαφνικά άρχισαν όλα να αλλάζουν: τα καυσαέρια ευωδίαζαν, τα αυτοκίνητα έγιναν δέντρα, τα σκουπίδια λουλούδια, η άσφαλτος της Πατησίων χώμα βρεμένο από τη βροχή και το πεζοδρόμιο χώμα στεγνό (πώς γίνεται αυτό, απόρησε, σαν να ήταν όλα τα άλλα φυσιολογικά). Τα μουντά κτήρια πήραν χρώμα, οι σκυθρωποί διαβάτες έγιναν χαρούμενοι. Δεν έβριζαν, τραγουδούσαν! Οι φανοστάτες μεταβλήθηκαν σε σοκολατομηχανές και από τις γραμμές του τρόλεϊ έσταζαν ζεστά κρουασανάκια.
Τον πλησίασε εκείνη! Τα παπούτσια της είχαν λερωθεί, αφού πέρασε από το βρεγμένο χώμα, και εκείνος έσκυψε να τα καθαρίσει. «Άσ' τα τώρα» του είπε. Ήταν η πρώτη φορά που του μίλησε! Η φωνή της αντήχησε μελωδική!
Διστακτικά, με την καρδιά του να πάει να σπάσει, της έπιασε το χέρι. Ας μην το τραβήξει, ευχήθηκε μέσα του, μα τόσο έντονα, που φοβήθηκε πως θα τον άκουγαν όλοι. Η Μελίτα όχι μόνο δεν τράβηξε το χέρι της, μα έσφιξε το δικό του.
Ο ορισμός της ευτυχίας!
Όσο προχωρούσαν, η μέρα άρχιζε να ζεσταίνει. Έβγαλαν τα μπουφάν και τα κρέμασαν στα κλαδιά μιας πορτοκαλιάς.
Τους ακολουθούσε μια γάτα φορτωμένη με ένα μίξερ. Δεν έδειχνε να τους προσέχει, βιαζόταν να παραδώσει.
Λίγο μετά το κτήριο του ΟΤΕ, που είχε γίνει Πύργος του Κάμελοτ, το ελαφρύ αεράκι τούς έφερνε τη μυρωδιά της θάλασσας. Σιγά - σιγά άρχισαν να ακούν και τον ήχο του κύματος.
Ναι! Από την Ομόνοια και πέρα απλωνόταν ένα απέραντο πέλαγος! Τα γύρω πεζοδρόμια είχαν μετατραπεί σε ακρογιάλια και τα περίπτερα σε καντίνες με παγωτά. Είχε κιόλας καλοκαιριάσει. Ο παγωτατζής μοίραζε την πραμάτεια του χωρίς λεφτά, του έφτανε ένα χαμόγελο, μια καλημέρα.
Έβγαλαν τα ρούχα τους και βούτηξαν στη θάλασσα. Το βλέμμα της γάτας είχε κάτι από τρόμο και απόγνωση.
Κολυμπούσαν γρήγορα, στα βαθιά. Ήθελαν να μείνουν μόνοι. Άρχισαν να παίζουν. Το τρόλεϊ είχε γίνει δελφίνι και πέρασε από δίπλα τους αθόρυβα. Με πρωτόγνωρη λαχτάρα και αγωνία πλησίασε τη Μελίτα. Θα της έδινε και θα του έδινε το πρώτο φιλί!
Το κορνάρισμα ήταν έντονο, ο κρότος ισχυρός και οι φωνές φανέρωναν οργή. Θα συγκρούστηκαν πλοία, σκέφτηκε, και οι καπεταναίοι πάτησαν τις σειρήνες και άρχισαν τις ναυτικές βρισιές. Πετάχτηκε όρθιος και έτρεξε στο παράθυρο. Οι οδηγοί των δύο αυτοκινήτων, που μόλις είχαν τρακάρει, πιάστηκαν στα χέρια και αντάλλασσαν απειλές.
Όνειρο ήταν...
Γύρισε βιαστικά στο κρεβάτι, σκεπάστηκε με τις κουβέρτες και έκλεισε τα μάτια. Του κάκου. Ούτε ο ύπνος τον έπαιρνε, ούτε το όνειρο ξαναγύριζε...
Απόσπασμα από παραμύθι που μου έστειλε ο 16χρονος Γιάννης - αφιερωμένο σε όσα παιδιά ονειρεύονται και ερωτεύονται!

kosmaskefalos@gmail.com

Ο ήρωας ποιητής Λορέντζος Μαβίλης

 Κέφαλος Κοσμάς


26.11.2015
ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ ΚΕΦΑΛΟΥ
Στις 28 Νοεμβρίου του 1912, στο ύψωμα του Δρίσκου, σκοτώνεται ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης πολεμώντας για την απελευθέρωση της Ηπείρου.
Διανοούμενος, πολιτικός και συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων, γεννημένος το 1860 στην Ιθάκη και μεγαλωμένος στην Κέρκυρα, φεύγει το 1880 για σπουδές στο Μόναχο οδηγούμενος από την αγάπη του προς τους Γερμανούς ιδεαλιστές φιλοσόφους. Επηρεάζεται από τις θεωρίες του Νίτσε και του Καντ, μελετάει Σοπενχάουερ, ασχολείται με τα σανσκριτικά φιλοσοφικά κείμενα και μεταφράζει αποσπάσματα από το ινδικό έπος "Μαχαμπχαράτα".
Ιδρυτικό μέλος του Σκακιστικού Συλλόγου του Πανεπιστημίου του Μονάχου, παίρνει το 1890 τον τίτλο του διδάκτορα και αναδεικνύεται πρωταθλητής Βαυαρίας στο σκάκι. Θα αναμετρηθεί με σπουδαίους σκακιστές, μεταξύ των οποίων και ο μετέπειτα παγκόσμιος πρωταθλητής Λάσκερ.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο εύπορος αστός ξεπερνάει τα όριά του, ανατρέπει αντιλήψεις και πολεμάει ως εθελοντής το 1896 στην Κρήτη ενισχύοντας το επαναστατικό κίνημα. Το 1897, επικεφαλής σώματος εβδομήντα ανταρτών, πηγαίνει στην Ήπειρο, στον αποτυχημένο πόλεμο που θα του κόψει τα φτερά και θα τον καταστήσει για μεγάλο διάστημα σκιά του εαυτού του.
Στις εκλογές του 1910 για αναθεώρηση του Συντάγματος, οι φίλοι του τον πιέζουν να θέσει υποψηφιότητα και εκλέγεται βουλευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο λόγος του στη Βουλή, στις 26 Φεβρουαρίου 1911, για την υποστήριξη της δημοτικής γλώσσας έχει μείνει ιστορικός. Απαντώντας στην κατηγορία των υποστηρικτών της καθαρεύουσας ότι η δημοτική είναι χυδαία γλώσσα, λέει το περίφημο: «χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει, υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι...».
Ως ποιητής θα γράψει λίγα, κυρίως σονέτα, και θα δημοσιεύσει ακόμα λιγότερα. Εκδηλώνει την αγάπη του για την Ελλάδα πολεμώντας με ηρωισμό και την διατυπώνει μέσα από μια υπερβολικά ενθουσιώδη γραφή: «Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει (...) και μάγια σαν τα μάγια σου στον κόσμο αλλού δεν είδα». Έντονα πατριωτικά αισθήματα, τα οποία προσπαθούν να καπηλευτούν σήμερα οι εγχώριοι νεοναζί αμαυρώνοντας τη μνήμη του.
Όμορφος και ευαίσθητος άνθρωπος, θα εμπνεύσει την ποιήτρια Μυρτιώτισσα να γράψει ένα από τα πιο γνωστά και πιο τραγουδισμένα ερωτικά ποιήματα: «Σ' αγαπώ - δεν μπορώ τίποτ' άλλο να πω / πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο!».
103 χρόνια μετά τον θάνατό του, ένα από τα ποιήματα που πέρασαν στην αθανασία είναι η «Λήθη». Βασίζεται στη φαντασία των αρχαίων για τον Κάτω Κόσμο και αποτελεί συνέχεια της δημοτικής παράδοσης, αλλά διαφοροποιείται ουσιαστικά: εδώ η ψυχή όχι μόνο δεν αποφεύγει να πιει νερό, αλλά το επιδιώκει, για να λησμονήσει τα βάσανα της ζωής: «Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε / στις λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση· / μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει, / α στάξει γι᾿ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε».

Χριστούγεννα - Γιάννης Βαρκαλάκης

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Χαρούμενες μέρες του κόσμου τα παιδάκια
πλάθουν στη φαντασία τους τη γέννηση του θεού
φωνές, χαράς επιφωνήματα στου κόσμου τα σοκάκια
λαμπιρίζουν τα προσωπάκια τους, σ' όποια γωνιά κοιτάς παντού.

Γεννήθηκες σε μια φτωχή γωνιά για να διδάξεις
από την αμαρτία της καθημερινότητας να μας απαλλάξεις
ταπεινά και σεμνά τη γέννησή σου θυμάμαι
στης Βηθλεέμ τη σπηλιά μας καλεί να πάμε.

Να μας διδάξεις τον τρόπο να ζούμε ταπεινά
χωρίς πάθη και μίση για τους άλλους ανθρώπους
χαιρεκακία να μην έχωμε μα ευγενικά
διδάγματα να πάρωμε απ' τους Αγίους Τόπους.

Και εύχομαι ειρήνη στης γής τους λαούς
μακρυά από όπλα και πολέμους να ζήσωμε
να κάνωμε οτι μπορούμε βοηθώντας τους φτωχούς
με αγάπη και ομόνοια όλοι μαζί να ευτυχήσωμε.

Από τη συλλογή του Γιάννη Βαρκαλάκη  "Από το Φως στη Γαλήνη"

«Πέντε Στρατιώτες» (Σημειωματάριο Πολέμου)

«(...) Αναγκάστηκα να αμυνθώ για τη ζωή μου
(...) Προχωρήσαμε όλοι μαζί
αναγκαστικά σφιχτοδεμένοι
με αλλαγμένες καρδιές
από στήθος σε στήθος.
Δεν είχαμε δικαίωμα να μιλήσουμε.
Γυρίσαμε σχεδόν μαζί τα μάτια στο βάθος του ορίζοντα
Χίλια πουλιά ασύνταχτα σβήναν.
Είχαμε ήδη διανύσει περπατώντας μεγάλη απόσταση.
Μπορέσαμε να διακρίνουμε την κόκκινη πινακίδα.
Υποθέσαμε πως μπορεί να σημαίνει το σύνορο 
που χωρίζει το παρόν απ' το μέλλον (...)
Πέντε αμούστακοι στρατιώτες του Δεκεμβρίου 
δρασκελίσανε με τόση αγάπη το σύνορο του θανάτου».

Με λένε Παύλο Φύσσα από τον Περαία...

Έγινε ο κόσμος μια μεγάλη φυλακή/
κι εγώ ψάχνω έναν τρόπο τα δεσμά να σπάσω.
Έχω ένα μέρος που με περιμένει εκεί,
σε μια πολύ ψηλή κορφή πρέπει να φτάσω.
Γι' αυτό απλώνω ξανά πολύ ψηλά τα δυο μου χέρια,
για να κλέψω λίγο φως από τα λαμπερά αστέρια.
Δεν αντέχω εδώ κάτω και κοντεύει να με πνίξει
των ανθρώπων η μιζέρια τόσο, όσο κι η θλίψη.
Δεν αντέχω άλλο κι όλοι αυτοί δε μου ταιριάξαν,
πήρα τ' άλλο μονοπάτι κι όχι αυτό που μου χαράξαν.
Ήταν δύσβατο, σκληρό και με παγίδες πολλές,
αγάπες σκάρτες και φίλοι φαρμακερές οχιές.
Είχε τέρατα με παράξενες στολές
που παραμονεύαν πάντοτε κρυφά μεσ' στις σκιές,
Μην κοντοσταθείς αν πρόκειται να ακολουθήσεις,
τα δόντια σφίξε γερά και μη δακρύσεις.
Εγώ το πήγα και το έφτασα στο τέρμα
κι όπως γράφουν στα βιβλία οι παλιοί σοφοί,
όταν θα φτάσει ο ήλιος στο τελευταίο γέρμα,
θα βάλουνε φωτιά από ψηλά οι αετοί.
Για όσους με πρόδωσαν με πίσω μαχαιριές θέλω να ξέρουν ότι
σιγά μην κλάψω.
Και για αυτές τις αγάπες  τις παλιές θέλω να ξέρουν ότι
σιγά μην κλάψω.
Κι όσοι μ' απείλησαν με πύρινα δεσμά θέλω να ξέρουν ότι
σιγά μη φοβηθώ.
Να 'ρθούνε να με βρουν στην κορυφή ψηλά, τους περιμένω και
σιγά μη φοβηθώ.
Μου είπαν να μην κάνω όνειρα τρελά,
να μην τολμήσω να κοιτάξω τα αστέρια,
μα εγώ ποτέ μου δεν τους πήρα σοβαρά,
πήρα τον κόσμο ολόκληρο στα δυο μου χέρια.
Θέλουνε τώρα να μου φτιάξουν μια φωλιά,
που εκεί πάνω της το φόβο, την ασχήμια
κι ένα κλάμα γοερό και μια αλυσίδα βαριά,
κουβαλάει την κατάρα των θεών και τη βλαστήμια.
Δε θα δακρύσω μια και δε θα φοβηθώ.
Δε θα αφήσω να μου κλέψουν τα όνειρα μου,
ελεύθερα, ψηλά, πολύ ψηλά πετώ
κι όλοι ζηλεύουν τα περήφανα και αδέσμευτα φτερά μου.
Και περιμένω κι άλλα αδέρφια για να ‘ρθουν
σ' αυτήν την κορυφή που όλους περιμένει,
αρκεί να μη δακρύσουν και να μη φοβηθούν
σ' αυτήν την έξυπνη απάτη, την καλοστημένη/.

Μια τέτοια μέρα είναι ωραία για να πεθάνεις/
Όμορφα κι όρθιος σε δημόσια θέα
Με λένε Παύλο Φύσσα από τον Περαία
Ελληνας μ' ό,τι συνάδει αυτό - όχι μια σημαία, μελανοχίτωνας γόνος του Αχιλλέα και του Καραϊσκάκη -
Κι αν ξέρω κάτι είναι πως γεννήθηκα ήδη
με δυο καταδίκες βαριές πάνω στην πλάτη
Δυο φτερά από γέννα πάνω στο σώμα μου ραμμένα
που δυστυχώς φτερουγίζουν μόνο μέσ' απ' την πένα
και κάνουν γύρω μου να μοιάζουν μάταια
ειδικά όσα θυσιάστηκαν για μένα…
Μα,
Δεν θυσιάζω τίποτα που θυσιάζεται
Δεν θυσιάζομαι για όποιον θυσιάζει
Μάλλον θα φταίει που τα πάντα ασπάζομαι
Ισως να φταίει η επόμενη μέρα που πλησιάζει
Γι αυτό σου λέω, όλα καλά ηρέμησε
τα ζόρια σου, τα ζόρια μου
Κοίτα ψηλά τ' αστέρια
Απόψε μοιάζουν να' ναι τόσο φωτεινά
Το θέμα είναι να παίζεις τη μπάλα σωστά στα χέρια
Τραβάει ο καθένας μάγκα μου τα ζόρια του
και κουβαλάει το δικό του το σταυρό
Τί με ρωτάς πως περνώ, τί να σου πω;
Δόξα τα λεφτά, έχουμε θεό…/

Τα πράγματα βαίνουν καλώς;

Κ.Π.Καβάφης
Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.
Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Aποικία
δεν μέν' η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ' εμπρός.
Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.

Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ' εμπρός.
«Οτι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην αποικία/
δεν μέν' η ελαχίστη αμφιβολία,/
και μ' όλο πού οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός /
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή./
Ομως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία /
είναι που κάμνουνε μια ιστορία /
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί /
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ /
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι, /
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,/
κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν, /
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής./
Εχουνε και μια κλίσι στες θυσίες./
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·/
η κατοχή σας είν' επισφαλής:/
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες (...)».
 «Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία, /
 κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς, /
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία, /
να δούμε τι απομένει πια, μετά /
τόση δεινότητα χειρουργική».

Μπέρτολντ Μπρεχτ : «Γενιές σημαδεμένες»

«Όλα κινούνται φίλε μου...»  «(...)Οι τραπεζίτες και γύρω τους του κράτους τα τσιράκια, οι γκόμενες, οι γλείφτες και οι ρουφιάνοι. Αυτή πρέπει αιώνια να είναι η παγκόσμια τάξη κι ο άνθρωπος να μην τολμά να την αλλάξει. Όμως όλα κινούνται φίλε μου»...  Ένα απόσπασμα από τις «Γενιές σημαδεμένες», τη συγκλονιστική ροκ όπερα - με μελοποιημένα κείμενα του Μπ. Μπρεχτ .  Εκατοντάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας, δεκάδες απ' αυτούς όρθιοι, την παρακολούθησαν. Λόγος και ήχος αιχμηρός, σκληρός, όπως και η ζωή των κολασμένων της Γης να στροβιλίζονται σαν σίφουνας στα καλντερίμια της ανθρώπινης ιστορίας. Κάνοντας εκείνο το «κλικ» στο υποσυνείδητο, που έρχεται να σφραγίσει τη συνειδητοποίησή σου. Μπολιάζοντας μεγάλες αλήθειες. Δυνατές, ξεχωριστές στιγμές μέσα σου. Για τον πόλεμο που «γεννιέται από την ειρήνη τους σαν το παιδί από τη μητέρα». Αλλά και πριν «καιρό πολύ προτού τα βομβαρδιστικά φανούν πάνωθέ μας ήτανε κιόλας οι πολιτείες μας ακατοίκητες.

Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου

Κώστας Βάρναλης
Δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια
κούτσα μια και κούτσα δυο στης ζωής το ρημαδιό
Μεροδούλι ξενοδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες δούλοι
ούλοι δούλοι αφεντικό και μ' αφήναν νηστικό
και μ' αφήναν νηστικό
Ανωχώρι κατωχώρι ανηφόρι κατηφόρι
και με κάμα και βροχή ώσπου μου `βγαινε η ψυχή
Είκοσι χρονώ γομάρι σήκωσα όλο το νταμάρι
κι έχτισα στην εμπασιά του χωριού την εκκλησιά
του χωριού την εκκλησιά
Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο
αν ξυπνήσεις μονομιάς θα `ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
θα `ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
Και ζευγάρι με το βόδι άλλο μπόι κι άλλο πόδι
όργωνα στα ρέματα τ αφεντός τα στρέμματα
Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαΐ
για τ' αφέντη το φαί
Άιντε θύμα άιντε ψώνιο...
Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει
άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη
Άιντε θύμα άιντε ψώνιο...

Μελίτα Αδάμ : "Ιστορίες από τη γειτονιά μου και... λίγο παραπέρα"

"Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω, τη ρεζέρβα κι ό,τι έχεις θα σου πάρω"... Σύνθημα που τραγουδούσαν, σε ρυθμό μοντέρνου τραγουδιού του Τσιτσάνη οι σαλταδόροι (λεπτομέρειες στο βιβλίο της Μελίτας).
Καταμεσήμερο ήταν, είχε ψιλοβρέξει, και ένα γερμανικό αυτοκίνητο φορτωμένο αργοκυλούσε με κατεύθυνση προς την Αθήνα. Ευκαιρία για τον σαλταδόρο να δράσει. Με μαχαίρι σκίζει τους σάκους που είχε το φορτηγό στην καρότσα του με αποτέλεσμα η Πατησίων να γεμίσει πατάτες. Μάννα εξ ουρανού για τους περαστικούς που μαζεύουν πατάτες και το σκάνε τρέχοντας. Στο πεζοδρόμιο μια γυναίκα προχωρεί κρατώντας στην αγκαλιά της ένα μωρό και από το άλλο της χέρι σέρνει ένα αγοράκι, θα 'ταν δεν θα 'ταν επτά χρονών. Το μικρό σκύβει, και από την άκρη του πεζοδρομίου μαζεύει μια πατάτα που είχε κυλήσει. Το φορτηγό σταματάει. Κατεβαίνουν οι στρατιώτες με προτεταμένα όπλα και απαιτούν από όσους έπιασαν να επιστρέψουν τις πατάτες. 'Έτσι και γίνεται εκτός από το μικρό αγόρι που αυθόρμητα κρύβει τ χεράκι με την πατάτα πίσω από την πλάτη του. Ο Γερμανός το βλέπει και σπεύδει τρέχοντας να πάρει την πατάτα σπάζοντας το πεινασμένο μικρό χεράκι. Τα πάντα πάγωσαν. Οι στριγκλιές του παιδιού χαράκωσαν τον νου κάθε νοήμονος ανθρώπου. Κάποιος βρέθηκε να σιγοψυθιρίσει: "Τι να κάνουν και αυτοί! Στρατιώτες είναι κι αν δεν παραδώσουν άθικτο το φόρτωμα που μεταφέρουν, απειλούνται με ποινή θανάτου". Κανείς δεν τον άκουσε. Ένας νεαρός που πέρναγε δίπλα του, τον έφτυσε. Παρόμοια επεισόδια ήταν συχνά.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Μελίτας Αδάμ "Ιστορίες από τη γειτονιά μου και... λίγο παραπέρα" Κυψέλη 1919-1959. Σελίδα 153-154. Συνεχίζεται με άλλο απόσπασμα για το "ντου" των αδέσποτων παιδιών....
Η Μελίτα Αδάμ είναι ένας άνθρωπος που δεν το βάζει κάτω. Δεν αναγνωρίζει το χρόνο ως σκόρο που φθείρει τον άνθρωπο. Τον αντιπαλεύει ψάχνοντας μέσα στο απέραντο εύρος του και στις ψυχές των ανθρώπων που έχουν υγιή μνήμη δυνατές αληθινές ιστορίες καθημερινής ζωής στα δύσκολα χρόνια, ιστορίες αγάπης, φιλίας, έρωτα, αγώνα για την ζωή και την λευτεριά για την επιβίωση. Η Μελίτα είναι ένας εμφανής αφανής ήρωας που ενώνει με την ποιητική της γραφή τις μνήμες, τις καρδιές και τις ψυχές κοινών ανθρώπων. Την χρειαζόμαστε κοντά μας, να μας εμψυχώνει και να μας θυμίζει ένα παρελθόν που με αναλογίες είναι και παρόν... Να είναι πάντα καλά.
Χρήστος Ρουμελιώτης
Κυψέλη, Αθήνα 23/9/2013
Έργα της Μελίτας Αδάμ
  1. Ειμαρμένη, Ποιήματα (1984)
  2. Γιαγιά Μέλη, Αφήγημα (1996)
  3. 60 χρόνια Οδηγισμού στη Νέα Φιλαδέλφεια (1996)
  4. Βήματα στην ομίχλη, Ποιήματα (1977)
  5. Αφιέρωμα στη γυναίκα, Μπροσούρα (2002)
  6. Ψηλαφώ την ψυχή μου, Ποιήματα (2004)
  7. Η ζωή μου στο Χαμάμ, Νουβέλα (2005)
  8. Παιχνίδια φόβου, Αφηγήματα (2007)
  9. Ανεκδήλωτος λυγμός, Ποιήματα (2010)
  10. Το αλφαβητάρι της ψυχής, Ποιήματα (2010)
  11. Ιστορίες από τη γειτονιά μου και... λίγο παραπέρα, Κυψέλη 1919-1959 (2012)
Υπό έκδοση
  1. Ασπα, Μυθιστόρημα
  2. Τέσσερις πράξεις μια ζωή, Μονόπρακτα
  3. 'Ονειρο χρόνου, Ποιήματα
  4. Ιστορίες δρόμου
  5. Οικονομαγειρέματα
Οπισθόφυλλο:
"Ενα νοσταλγικό ταξίδι στο παρελθόν της δικής μας Κυψέλης που τόσο αγαπήσαμε και αγαπάμε. Αφηγήσεις και γεγονότα με κοινό στοιχείο το χωροχρόνο του χθες. Πρωταγωνιστές Κυψελιώτες και Κυψελιώτισσες μέσα από τη δική του αλήθεια, μια αλήθεια βίαιη, πικρή, σκληρή, χαριτωμένη, άλλοτε ερωτική, άλλοτε κωμική, μα πάντα αληθινή. Ολοι κάτι έχουν να θυμιθούν : Απειρες συζητήσεις του καφενείου, καντάδες, φάρσες, ζωή και ξενύχτια στη Φωκίωνος Νέγρη".

Εκδόσεις Κ.Μ.ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ 
Σπετσών 25 11362 Αθήνα.
Τηλ. 2108834329
e-mail : info@zacharakis.gr/